αερόβιο


αερόβιο
(aerobium).Γένος φυτών, της οικογένειας των ορχεϊδών. Τα φυτά του γένους αυτού φυτρώνουν στη Μαδαγασκάρη και στη νότια Αφρική, όπου καλλιεργούνται και σε θερμοκήπια. Πολλά από αυτά είναι επίφυτα στους κορμούς δέντρων. Από όλα τα είδη ιδιαίτερη σημασία έχει το α. το εύοσμο, του οποίου τα αρωματικά φύλλα χρησιμοποιούνται ως αφέψημα για τις ιαματικές τους ιδιότητες.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ζύμωση — Βιοχημικός μετασχηματισμός οργανικών ουσιών που προκαλείται από το ενζυμικό σύστημα πολυάριθμων μικροοργανισμών, ενώ παρατηρείται και σε ζωικούς και φυτικούς οργανισμούς, αποσκοπώντας στην παραγωγή ενέργειας υπό μορφή ATP σε αναερόβιες συνθήκες.… …   Dictionary of Greek

  • κολοβακτήριο — Κινητό βακτήριο της τάξης των ευβακτηρίων· η επιστημονική του ονομασία είναι Escherichia coli, ενώ παλαιότερα ήταν γνωστό ως Bacterium coli. Έχει ραβδοειδές σχήμα, δεν σχηματίζει σπόρια και είναι αρνητικό κατά Γκραμ. Είναι αερόβιο, ζει όμως και… …   Dictionary of Greek

  • πυοκυανικός — ή, ό, Ν φρ. «πυοκυανικό βακτηρίδιο» αερόβιο και αναερόβιο αρνητικό κατά Γκραμ βακτηρίδιο που προξενεί διάφορες λοιμώξεις στον άνθρωπο και στα ζώα, οι οποίες χαρακτηρίζονται από τον σχηματισμό πύου πρασινωπού γαλάζιου χρώματος, αλλ. αεριογόνος… …   Dictionary of Greek

  • ψευδομάλη — η, Ν (ιατρ. κτην.) ανθρωποζωονόσος που οφείλεται στο αρνητικό κατά Γκραμ αερόβιο βακτήριο Pseudomonas pseudomallei. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψευδ(ο) * + μάλη] …   Dictionary of Greek

  • Λέφλερ, Φρίντριχ — (Friedrich August Johannes Löffler, Φρανκφούρτη 1852 – Βερολίνο 1915). Γερμανός μικροβιολόγος. Ήταν γιος στρατιωτικού γιατρού. Σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο Φρίντριχ Βίλχελμ του Βερολίνου. Στη συνέχεια υπηρέτησε τη θητεία του την περίοδο του… …   Dictionary of Greek